Σε ισχυρή θέση ως το 2050 θα μείνουν το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο

Έως το 2050 υπολογίζεται ότι οι ΑΠΕ θα καλύπτουν το 50% της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής, αλλά θα πρέπει να δημιουργηθούν υποδομές αποθήκευσης ενέργειας για την ασφάλεια του συστήματος.

Για πολλά χρόνια ακόμα φαίνεται ότι διατηρούν την ισχυρή θέση τους στην αγορά ενέργειας το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο ενώ οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα δουν μεγάλο κύμα επενδύσεων και ανάπτυξης. Αυτά επισημαίνει έκθεση της Mckinsey για τις προοπτικές του ενεργειακού τομέα, που υπογραμμίζει ωστόσο την αβεβαιότητα που έχει να αντιμετωπίσει η οικονομία παγκοσμίως στην μετά COVID εποχή.

Όπως σημειώνει η έκθεση, η ζήτηση της ενέργειας επιστρέφει σε προ covid επίπεδα μετά το πρώτο σοκ των περιοριστικών μέτρων για την πανδημία, ενώ οι αλλαγές των πολιτών σε επίπεδο συμπεριφορών μετά την υγειονομική κρίση φαίνεται ότι είναι μικρές συγκριτικά με τις μεγάλες αλλαγές που βρίσκονται προ των πυλών, όπως ο εξηλεκτρισμός των μεταφορών.

H ζήτηση για το πετρέλαιο πρόκειται να δει το υψηλότερο σημείο της το 2029 και το φυσικό αέριο το 2037, αν και τα δύο θα συνεχίσουν να παίζουν μεγάλο ρόλο στο ενεργειακό σύστημα μέχρι και το 2050, κυρίως λόγω των αναγκών σε τομείς που μέχρι σήμερα δεν έχουν «αντικαταστάτη», όπως στις αερομεταφορές.

Η έκθεση δεν βλέπει μεγάλα αποτελέσματα σε επίπεδα εκπομπών ρυπογόνων αερίων (GHG) που υπολογίζει ότι θα σημειώσουν πτώση μόνο 25% έως το 2050, με τη μέση θερμοκρασία του πλανήτη να καταγράφει άνοδο 3,5° C. Στα επόμενα χρόνια επίσης, προβλέπεται αναδιαμόρφωση των ενεργειακών συστημάτων των χωρών μέσα από σταθερές επενδυτικές ροές, ενώ παράλληλα οι επενδύσεις σε ΑΠΕ αλλάζουν τη σύσταση του ενεργειακού μείγματος. Ειδικότερα, έως το 2050 υπολογίζεται ότι θα καλύπτουν το 50% της συνολικής ηλεκτροπαραγωγής. Ωστόσο η έκθεση σημειώνει ότι για την ανάπτυξη μιας οικονομίας ΑΠΕ σημαντικό θα είναι να δημιουργηθούν παράλληλα και υποδομές αποθήκευσης ενέργειας, ώστε να μπορεί το σύστημα να είναι ασφαλές ακόμα και σε περιπτώσεις ακραίων μεταβολών του καιρού.

Η έκθεση προβλέπει διπλασιασμό στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος λόγω της στροφής στην ηλεκτροκίνηση. Σημαντικός λόγος αύξησης της ζήτησης για ρεύμα θα είναι η παραγωγή πράσινου υδρογόνου από το 2030 και μετά. Μάλιστα, υπολογίζεται ότι από το 2035 και για μία δεκαπενταετία η αύξηση αυτή θα φτάσει έως και το 40%.

Για να φτάσει στα συμπεράσματα αυτά η έκθεση της Mckinsey διερευνά τέσσερα ενεργειακά σενάρια και δύο οικονομικά. Το βασικό σενάριο που δημιουργήθηκε με βάση την ιδέα ότι θα συνεχιστούν οι σημερινές τάσεις. Έτσι, το σενάριο αυτό παρουσιάζει τις προσδοκίες από τις τεχνολογικές και πολιτικές εξελίξεις του σήμερα.

Στην υπόθεση Επιταχυνόμενης Μετάβασης αξιολογούνται δέκα πιθανές αλλαγές που θα μπορούσαν να συμβούν με επιταχυνόμενο ρυθμό. Το σενάριο περιορισμού της υπερθέρμανσης του πλανήτη στον 1,5°C σημειώνει τις αλλαγές που χρειάζονται για την σταθεροποίηση του κλίματος και τέλος το σενάριο της «καθυστέρησης στη μετάβαση» δημιουργήθηκε πάνω στην υπόθεση ότι τα μέτρα ανάκαμψης των οικονομιών από την πανδημία δεν συμβαδίζουν με τις πράσινες πολιτικές για την τόνωση της ενεργειακής μετάβασης.

Παρά την αυξημένη δυναμική προς την απαλλαγή από τον άνθρακα, πολλές κυβερνήσεις πρέπει ακόμη να μεταφράσουν τους φιλόδοξους στόχους σε συγκεκριμένες πολιτικές, σημειώνουν οι αναλυτές.

Ιδιαίτερα κρίσιμο είναι αυτό που θα συμβεί την επόμενη δεκαετία, όταν οι παγκόσμιες εκπομπές θα πρέπει να μειωθούν κατά το 50% στην πορεία πως τον στόχο προς μηδενικές εκπομπές. Μέσα σε αυτήν την ταχεία αλλαγή, η McKinsey σηματοδότησε το πράσινο υδρογόνο ως την ανανεώσιμη πηγή ενέργειας που έχει την ικανότητα να «αλλάξει το ενεργειακό τοπίο» έως το 2036.

Οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν στοχεύσει καθαρές μηδενικές εκπομπές έως το 2050, ενώ η κυβέρνηση της Αυστραλίας κινείται προς τον ίδιο στόχο. «Χωρίς περαιτέρω πολιτικές για την απαλλαγή από τον άνθρακα, περισσότερο από το ήμισυ του συνόλου της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας θα προέρχεται από ορυκτά καύσιμα έως το 2050», σημειώνει η έρευνα.

Το καθαρό μηδέν στις εκπομπές είναι το μονοπάτι που απαιτείται για το να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης της μέσης θερμοκρασίας κατά 1,5 ° C, αλλά προς το παρόν φαίνεται ό,τι είμαστε μακριά.

Πηγή: www.businessdaily.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

4 × four =